Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017 - 09:48:46

  

BANNER 1200X80
A A A
  • Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ
  • Εκδόσεις: Διόπτρα

Μπορεί να έχει γεννηθεί η διάδοχος της Αγκάθα Κρίστι; Της Αγκάθα Μαίρη Κλαρίσσα Μίλερ, της Λαίδης Μάλλοουαν, που γεννήθηκε το 1890 στην Αγγλία και πέθανε το 1976 γράφοντας 33 αστυνομικά μυθιστορήματα, δύο θεατρικά και 50 αστυνομικά διηγήματα; Μπορεί να υπάρξει διάδοχος της βασίλισσας του… Λογοτεχνικού Εγκλήματος που έχει πουλήσει πάνω από ένα δισεκατομμύριο αντίτυπα στα αγγλικά και άλλο ένα δισ. σε 103 γλώσσες; Φαίνεται πως ναι!
Μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου της το 1920, τώρα, για πρώτη φορά, οι διαχειριστές της διαθήκης της θρυλικής συγγραφέως ενέκριναν ένα ολοκαίνουριο μυθιστόρημα με τον πιο λατρεμένο ήρωά της, τον ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό. Τίτλος του «Αγκάθα Κρίστι– Έγκλημα με υπογραφή», δια χειρός Σόφι Χάναχ, σε μετάφραση Αύγουστου Κορτώ, που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Ποια είναι αυτή η μυθιστοριογράφος που διεκδικεί ένα τέτοιο λογοτεχνικό «στέμμα»; Είναι μια διεθνώς επιτυχημένη Αγγλίδα συγγραφέας, της οποίας τα ευπώλητα ψυχολογικά και αστυνομικά θρίλερ εκδίδονται σε 27 χώρες και έχουν διασκευαστεί σε σενάριο για τηλεοπτικές σειρές. Έχει πάρει εθνικά βραβεία και έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Σήμερα είναι 43 ετών και ζει οικογενειακώς στο Κέμπριτζ, όπου διδάσκει στο κολλέγιο Κάβεντζιζ.
Είναι η γυναίκα που ξανάβαλε στην υπηρεσία του μύθου και στην αναγνωστική απόλαυση τον πιο διάσημο ντετέκτιβ του κόσμου. Τον ευρηματικό Πουαρό. Τη μυθιστορηματική προσωπικότητα που διαλύει το μυστήριο των φόνων. Είναι αυτή η οποία έκανε τον Γκίλιαν Φλιν, τον συγγραφέα του γνωστού παγκοσμίως βιβλίου «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε», να γράψει: Ενθουσιάστηκα όταν διαπίστωσα ότι ο Βέλγος ντετέκτιβ βρίσκεται σε καλά χέρια. Διαβάζοντας το βιβλίο ήταν σαν να επέστρεφα στο γνώριμο και ζεστό δωμάτιο ενός σπιτιού που είχα χάσει εδώ και πολύ καιρό».

Πρόκειται για 367 σελίδες στα χνάρια της κλασικής συνταγής της κορυφαίας Αγκάθα. Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Η Τζένη το ‘σκασε» ξεκινάει με τη γνώριμη αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο: Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 1929, μια αλαφιασμένη γυναίκα –η Τζένη- μπαίνει σε ένα λονδρέζικο καφέ και κάθεται στο τραπέζι παραγγέλνοντας ένα τσάι, ενώ κοιτάζει ανήσυχη την πόρτα. Ο συνταξιούχος πια Πουαρό, που βρίσκεται σε άλλο τραπέζι απολαμβάνοντας το φαγητό του, διαισθάνεται τον κίνδυνο που διατρέχει η σαραντάχρονη κυρία. Κάθεται στο τραπέζι της, της συστήνεται, ανοίγει κουβέντα μαζί της και εκείνη του εκμυστηρεύεται ότι σύντομα θα είναι νεκρή. Αλλά δεν επιζητεί τη βοήθειά του.
-«Μαντμουαζέλ, με προβληματίζετε. Προς το παρόν είστε ζωντανή, και πρέπει να κάνουμε ό, τι χρειάζεται για να παραμείνετε ζωντανή. Πείτε μου, σας παρακαλώ…»
«Όχι!». Τα μάτια της γούρλωσαν κι άλλο και τραβήχτηκε προς τα πίσω. «Όχι, δεν πρέπει! Τίποτα δεν μπορεί να αποτρέψει το κακό. Δεν έχει σταματημό, είναι αδύνατον. Είναι αναπόφευκτο. Όταν εγώ πεθάνω, τότε επιτέλους θα αποδοθεί δικαιοσύνη». Κοίταξε πάλι πίσω της προς το μέρος της πόρτας.
Ο Πουαρό συνοφρυώθηκε. Μπορεί η Τζένη να ένιωθε λίγο καλύτερα από τη στιγμή που κάθισε κοντά της, αλλά εκείνος ένιωθε σαφώς χειρότερα. «Για να δω αν κατάλαβα καλά, θέλετε να πείτε ότι σας καταδιώκει κάποιος που θέλει να σας σκοτώσει;»
Η Τζένη τον κάρφωσε με τα βουρκωμένα γαλάζια μάτια της. «Θεωρείται φόνος αν παραδοθώ και αφήσω το μοιραίο να συμβεί;»
«Δεν είναι δυνατόν», είπε ο Πουαρό. «Έστω και χωρίς να γνωρίζω τις λεπτομέρειες της υπόθεσης διαφωνώ. Ο φόνος ποτέ δεν επανορθώνει. Έχω ένα φίλο αστυνόμο οφείλετε να του επιτρέψετε να σας βοηθήσει».
«Όχι! Δεν πρέπει να του πείτε λέξη. Υποσχεθείτε μου ότι δεν θα του μιλήσετε».
Ο Ηρακλής Πουαρό δεν συνήθιζε να δίνει υποσχέσεις που αδυνατούσε να τηρήσει».
Το δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Φόνος σε τρία δωμάτια», συνεχίζεται με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο από τον τριαντάχρονο Έντουαρντ Κάτσπουλ, φίλο και συνάδελφο του Πουαρό στην Σκότλαντ Γιάρντ, ο οποίος διηγείται πώς γνωρίστηκε με τον παλαίμαχο ερευνητή, όταν νοίκιαζε ένα δωμάτιο στην ίδια πανσιόν. Εκείνη την ημέρα τον συνάντησε στο χολ, καθώς επέστρεφε από το λονδρέζικο καφέ με την εκτός εαυτού Τζένη. Ο νέος αστυνομικός του εξιστορεί με τη σειρά του ότι μόλις επέστρεψε από μια περίεργη υπόθεση. Σε ένα φημισμένο ξενοδοχείο, κλήθηκε να εξιχνιάσει την ταυτόχρονη δολοφονία δυο γυναικών και ενός άνδρα σε διαφορετικά δωμάτια. Που είχαν όμως κάτι το κοινό: Ένα χρυσαφένιο μανικετόκουμπο στο στόμα χαραγμένο με τα αρχικά Π.Α.Τ. Ο Πουαρό υποπτεύεται ότι οι τρεις φόνοι και η προαναγγελθείσα από τη Τζένη δολοφονία της συνδέονται, θεωρώντας ότι το τέταρτο μανικετόκουμπο βρίσκεται στην τσέπη του δολοφόνου. Ο συνάδελφός του διαφωνεί, αλλά…
Η συνέχεια… στο βιβλίο της νέας Αγκάθα.

  • AΠΕ