Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017 - 01:05:06

  

BANNER 1200X80
A A A
  • Εκδόσεις: Ποταμός

«To πρώτο και το τελευταίο του βιβλίο» με τίτλο «Εσωτερικός Μετανάστης» (εκδόσεις Ποταμός) παρουσιάζει ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Νίκος Γερακάρης.
Πρόκειται για το βιβλίο μιας ολόκληρης ζωής. Είναι η πορεία του από τη Μάνη της φτώχειας της δεκαετίας του ’40, στην Αθήνα του τσιμέντου, της σκληρής δουλειάς αλλά και της επιτυχίας σε μεγάλες εφημερίδες, στον ηλεκτρονικό Τύπο και στο Γραφείο Τύπου της Εθνικής Τράπεζας. Αναμνήσεις, σκέψεις, κρίσεις, σχόλια μαζί με ντοκουμέντα και δημοσιογραφική αφήγηση συνθέτουν μια αυτοβιογραφία-οδοιπορικό.

Στις σελίδες του υπάρχουν αποκαλυπτικές αναφορές για πρόσωπα και καταστάσεις της Ελλάδας από τον χώρο του Τύπου και της πολιτικής. Σκιαγραφούνται μεγάλες και μικρές στιγμές ανθρώπων που έπαιξαν ρόλο στην οικονομική και πολιτική εξουσία. Ανθρώπων μύθων αλλά και ανθρώπων υπερεκτιμημένων.

Είναι η διαδρομή ενός παιδιού από την κατατρεγμένη φτώχεια της Μάνης του Εμφυλίου, στην αγωνιστική φτώχεια της Κοκκινιάς και του Κορυδαλλού. Και από εκεί στο αγωνιστικό δικαστικό ρεπορτάζ μιας εποχής αίματος, καθώς μέσα σε δέκα χρόνια (1960-1972) κάλυψε την εκτέλεση 40 καταδικασμένων σε θάνατο…

Ιδού πως συνοψίζει ο ίδιος το ρεπορτάζ της ζωής του και το βιβλίο του σε 170 λέξεις:

«Γυμνάσιο στην Κοκκινιά και Νομική Σχολή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ταυτόχρονα με τη φοίτηση, δουλειά επτά ημέρες την εβδομάδα. Αθλητικός συντάκτης τα πρώτα χρόνια και Γενικός Γραμματέας του Συνδέσμου Αθλητικού Τύπου. Ρεπορτάζ των υπουργείων Γεωργίας, Δικαιοσύνης, Εθνικής Άμυνας και πολιτικό ρεπορτάζ στη συνέχεια σε ημερήσιες εφημερίδες, περιοδικά και ΕΙΡ (μετά ΕΙΡΤ, ΕΡΤ, τώρα ΝΕΡΙΤ).

Παράλληλα, υπεύθυνος Τύπου του ΕΟΤ για οκτώ χρόνια και της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ για 28,5 χρόνια. Ένας Διοικητής της δολοφονήθηκε από τη 17Ν, άλλος ήταν σίγουρος για τον αρχηγό της τρομοκρατικής οργάνωσης, σε προκήρυξη της οποίας αναφερόταν ως στόχος και τρίτος Διοικητής. Συμπτώσεις: Μέσα στο κεντρικό κατάστημα πέθανε ο ιδρυτής της και πρώτος Διοικητής της. Ένας ακόμα Διοικητής βρήκε τον θάνατο σε περίεργο, θαλάσσιο δυστύχημα. Όμως, πέντε Διοικητές της Εθνικής Τράπεζας έγιναν πρωθυπουργοί! Πολύ συνοπτικά η μακρόχρονη ιστορία της, με αναφορές σε σημαντικά οικονομικά και πολιτικά γεγονότα.

Γνωριμίες και ταξίδια σε 58 χώρες με Προέδρους Δημοκρατίας, πρωθυπουργούς και υπουργούς. Ουδέποτε μέλος πολιτικού κόμματος. Κυνηγός αποκλειστικών ειδήσεων. Γεγονότα, αναμνήσεις και φωτογραφικό υλικό. Τα 16 χρόνια στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ήταν «υπεράνω όλων!».

  • ΑΠΕ

Προδημοσίευση του πρώτου κεφαλαίου

Από το χωριό μου, το Οίτυλο της Μάνης, φύγαμε νύχτα, μόνο με τα ρούχα που φορούσαμε, τον Σεπτέμβριο του 1946, για την Καλαμάτα. Ο παππούς μου, ο λεβέντης γερο-Νικόλας, η γιαγιά μου Παναγιώτα, μισολιπόθυμη, τυλιγμένη σε μια βελέντζα, που την κατέβασαν από το κατηφορικό, όλο στροφές, πέτρινο καλντερίμι, οι πέντε από τις έξι κόρες τους (Σεβαστή, Βασιλική, Μαρία, Αγγελική, Βούλα). Μαζί τους, η μάνα μου Σταυρούλα, εγώ (περίπου 6 ετών) και η αείμνηστη αδερφή μου Παναγιώτα (2,5 ετών).

Δεν γινόταν δυστυχώς να πάρουμε μαζί μας και τον αδερφό μου Ηλία. Έμεινε μόνο του αυτό το πολύ όμορφο παιδί, που είχε πεθάνει από πνευμονία, καθώς συμπλήρωνε τα δύο του χρόνια, στον μικρό του τάφο, χωρίς ούτε ένα αγριολούλουδο στο αμμοχάλικο που τον σκέπαζε. Απουσίαζε από τη «συντροφιά» και η μεγαλύτερη αδερφή του πατέρα μου, η Αρχοντούλα. Την είχαν «εκτελέσει», δηλαδή δολοφονήσει, μαζί με άλλους 15 (άνδρες και γυναίκες) στις 16 Αυγούστου 1944, άγνωστοι, από άλλα χωριά. Έλεγαν όμως ότι ένας Οιτυλιώτης «είχε υποδείξει τα πρόσωπα που έπρεπε να εκτελεστούν». Ήταν μόλις 35 χρόνων η Αρχοντούλα. Ο σύζυγός της είχε πεθάνει ένα χρόνο ενωρίτερα. Και τα παιδάκια τους, την Ποτούλα και τον Γιάννη, πέντε και τριών ετών, κανένας από τους δολοφόνους δεν τα λυπήθηκε, παρά τις σπαρακτικές εκκλήσεις της «να μην τα αφήσουν δισάρφανα». Ο παππούς μου και η γιαγιά μου έκαναν παιδιά τους τα δύο ορφανά εγγόνια τους. «Αύξησαν» τον αριθμό των τέκνων τους, όπως έλεγε η γιαγιά μου η Νικολού, που εκτός από τα έξι κορίτσια, είχε γεννήσει και τέσσερα αγόρια. Τον Σπύρο, τον Γιώργο, τον Βασίλη και τον Κώστα.

Ο Σπύρος, ο πατέρας μου, είχε το όνομα του παππού του, που είχε δολοφονηθεί άνανδρα, χωρίς αιτία, αφήνοντας ορφανό τον μόλις ενός έτους γιο του Νικόλα. Ήταν προπάππος μου ο Σπύρος, πολύ νέος (26 ετών), που δολοφονήθηκε στο «πλαίσιο» της περιβόητης μανιάτικης βεντέτας. Ένας παλαβός από την μεγάλη οικογένεια των Σπανέων «έκρινε» ότι έπρεπε να δολοφονήσει «τον καλύτερο Γερακάρη», για εκδίκηση δολοφονίας συγγενικού του προσώπου, ώστε «να πονέσουν περισσότερο όλοι οι Γερακάρηδες». Και ήταν το ανύποπτο θύμα άνδρας σημαντικός. Είχε προλάβει να αυξήσει την περιουσία του πατέρα του και «έχαιρε όχι απλώς συμπάθειας, αλλά και θαυμασμού». Ο άθλιος δολοφόνος, ο πρώτος που παρέβη τον άγραφο αλλά ιερό νόμο της «μπέσας» (είχε προηγηθεί η ιερή διαδικασία που μετέτρεπε θύτες και θύματα σε «ψυχαδερφούς»), πήγε στο περιβόλι που βρισκόταν ο Σπύρος Γερακάρης. Όταν έφτασε εκεί τον βρήκε να συνομιλεί με τη γυναίκα του στην οποία είπε:
— Σπύραινα, διψάω πολύ σήμερα με τη ζέστη. Πετάγεσαι στη στέρνα να φέρεις λίγο κρύο νερό;
Πήγε αμέσως η Σπύραινα στη στέρνα, που βρισκόταν σε απόσταση 100 μέτρων, αλλά παρεμβάλλονταν δέντρα. Τη στιγμή που κατέβαζε τον κουβά, άκουσε πυροβολισμό. Έτρεξε γρήγορα. Πλησιάζοντας είδε τον άντρα της σκοτωμένο και τον φονιά να απομακρύνεται. Τραγωδία. Η εικοσάχρονη κοπέλα άντεξε. Έδειξε τεράστια υπομονή. Δεν ξαναπαντρεύτηκε. Αφιερώθηκε στο παιδί της, τον Νικόλα, που πριν καλά-καλά ενηλικιωθεί νυμφεύθηκε την Παναγιώτα, με την οποία απέκτησαν 10 παιδιά! Και 25 εγγόνια!
Τη νύχτα της μεγάλης φυγής κατεβήκαμε από το Οίτυλο στο Λιμένι, από το οποίο ξεκινούσαν τα καΐκια για την Καλαμάτα. Η πρώτη μετανάστευση… Μείναμε δύο χρόνια στην πρωτεύουσα της Μεσσηνίας με το μεγάλο λιμάνι και την απέραντη αμμουδιά. Εκεί πρωτοπήγα σχολείο. Εκεί πήρα τα πρώτα μαθήματα ποδοσφαίρου, «κάτι μαγικό» για μένα τότε (στο Οίτυλο ούτε τόπι υπήρχε). Απέκτησα στην Καλαμάτα φίλους και φίλες, εκτός από συμμαθητές και συμμαθήτριες στην πρώτη και τη δευτέρα τάξη. Ξαφνικά, προς το τέλος του καλοκαιριού του 1948, η μάνα μου με «πληροφόρησε» ότι θα εγκαταλείπαμε την Καλαμάτα και θα πηγαίναμε στην Αθήνα να βρούμε τον πατέρα μου. Κεραυνός ήταν για μένα η «πληροφορία» αυτή. Πώς θα αποχωριζόμουν τους νέους φίλους, τους συμμαθητές και τα γειτονόπουλα που παίζαμε κάθε μέρα ποδόσφαιρο; Πότε, πού και πώς θα έβρισκα καινούργιες φίλες και καινούργιους φίλους;
Και η Μάνη; Πότε θα ξανάβλεπα τη «χώρα του ήλιου», στην οποία γεννήθηκα και πέρασα τα πρώτα έξι χρόνια της ζωής μου, κοντά σε ανθρώπους σκληρούς, αλλά και συναισθηματικούς! Τότε, εκεί, αν έλεγες κάποιον «κλέφτη», θα σε σκότωνε. Ήταν πολύ περήφανοι, πολύ εύθικτοι. Έφταναν, χωρίς πολλή σκέψη, στη δολοφονία εκείνου που, όπως πίστευαν, τους είχε προσβάλει. Είχαν όμως «μπέσα». Ακόμη και η πιο άγρια βεντέτα σταματούσε αμέσως, αν θύτες και θύματα γίνονταν ψυχαδερφοί. Όποιος παρέβαινε αυτό τον άγραφο αλλά ιερό νόμο ήταν άτιμος. Έτσι τον έλεγαν όλοι.

Ας ξεκινήσουμε την «ιστορία» από τότε που ο Σπύρος Γερακάρης από το Οίτυλο και η Σταυρούλα Καπερνάρου από το Βαχό, δύο χωριά τηςΜάνης που απέχουν λίγα χιλιόμετρα το ένα από το άλλο, αρραβωνιάστηκαν στις αρχές του 1939, με συνοικέσιο. Είχαν ιδωθεί και είχαν ανταλλάξει χαιρετισμό μόνο δύο φορές μέχρι τότε, σε γιορτή στο σπίτι μιας ξαδέρφης της Σταυρούλας στο Οίτυλο. Έγινε μεγάλο γλέντι. Τουφεκιές, πιστολιές, άφθονο κρασί (το Βαχό είχε ωραία αμπέλια). Άρχισαν οι προετοιμασίες για το γάμο με τη βοήθεια των πολλών συγγενικών προσώπων. Μόνο τα παιδιά των δύο οικογενειών ήταν 21!

Οι γονείς του Σπύρου, ο Νικόλας και η Παναγιώτα είχαν κάνει 10 παιδιά, ενώ ο πατέρας της Σταυρούλας, ο Βασίλης, είχε αποκτήσει 11. Ένα από τον πρώτο γάμο, τη Γιαννούλα, ένα από τον δεύτερο, την Κατερίνα και εννιά από τον τρίτο, την Αντωνία, τη Σταυρούλα, τον Ηλία, το Γιάγκο, τον Πιέρρο, την Καλλιόπη, την Τασούλα, τη Χρυσάνθη και τη Σταμάτα (η μάνα τους η Γεωργία πέθανε σε ηλικία 42 ετών!). Οι τρεις πρώτες είχαν παντρευτεί πολύ μικρές. Και έμειναν οκτώ παιδιά, όλα πολύ μικρά, μόνα τους καθώς ο πατέρας τους είχε προβλήματα υγείας, κυρίως όρασης. Αρχηγός ήταν πλέον η λίγο μεγαλύτερη Σταυρούλα. Όταν και αυτά μεγάλωσαν κάπως, η Σταυρούλα στα 29 της αρραβωνιάστηκε.
Όμως, ξαφνικά, ένας φόνος την χώρισε από τον Σπύρο, που συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Γυθείου, ως «ηθικός συναυτουργός». Με την ίδια κατηγορία οδηγήθηκαν στις φυλακές, που «σώζονται», ερειπωμένες, μέχρι σήμερα, ο πατέρας του Νικόλας και ο μπάρμπας του Δρακούλης.

Αυτουργός της δολοφονίας ήταν ο Ξενοφών Γερακάρης και κατηγορούμενος ως συνεργός ο αδερφός του Χαραλάμπης. Στο Οίτυλο υπήρχαν έξι οικογένειες Γερακάρη (ξαδέρφια μεταξύ τους). Είχε δημιουργηθεί ένα «θέμα τιμής» για τους Γερακάρηδες, που «αντανακλούσε» σε όλους και «έπρεπε να ξεπλυθεί με αίμα». Αποφάσισαν να κάνουν σύσκεψη (στο σπίτι του παππού μου Νικόλα Γερακάρη). Πριν μπουν έκρυψαν τα περίστροφα έξω, στα κεραμίδια, φοβούμενοι αιφνιδιασμό από τη Χωροφυλακή του χωριού, που αριθμούσε 13 άντρες με επικεφαλής ενωμοτάρχη. Όλοι συμφώνησαν ότι «έπρεπε να πάψει να υπάρχει ο Καπελέας». Ο Χαραλάμπης πρότεινε να τον σκοτώσει αυτός, με μαχαίρι, αφού προηγουμένως τον προκαλούσε, ώστε να φανεί ότι ο φόνος έγινε «εν βρασμώ ψυχικής ορμής, πάνω στον τσακω μό».

Οι άλλοι δεν το δέχτηκαν, όμως, γιατί λίγα χρόνια ενωρίτερα ο Χαραλάμπης είχε καταδικαστεί για από πει ρα φόνου, επειδή, ως μαθητής της τελευταίας τάξης στο ιστορικό Γυμνάσιο της Αρεόπολης, κυνήγησε δύο συμμαθητές του που τον είχαν προσβάλει. Αυτοί έ τρεξαν για να γλιτώσουν. Ο Χαραλάμπης κυνήγησε και τους δύο, έφτασε τον ένα και τον μαχαίρωσε, τραυματίζοντάς τον στην πλάτη (και καταδικάστηκε σε φυλάκιση). Έτσι, δέχτηκαν την πρόταση του Ξενοφώντα, ενός πανύψηλου και πανέμορφου 20χρονου νέου. «Θα τον σκοτώσω εγώ με πιστόλι. Και 20 χρόνια να μείνω στην φυλακή, στα 40 μου θα βγω», είπε. Λίγο πριν τελειώσει η σύσκεψη με την… φυσιολογική γι’ αυτούς α πό φαση, ακούστηκαν δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. Ή ταν οι χωροφύλακες, και ακολούθησε ο εξής διάλογος:
— Σας συλλαμβάνουμε. Αποφασίσατε να σκοτώσετε τον Καπελέα.
— Ούτε συζητήσαμε τέτοιο θέμα.
— Και τι κάνετε μαζεμένοι εδώ; Είμαστε μία ώρα έξω από το σπίτι. Δώστε μας τα πιστόλια σας.
Ακολούθησε έρευνα (σωματική και σε όλα τα δωμάτια), αλλά όπλα δεν βρέθηκαν. Οι χωροφύλακες κατευθύνθηκαν αμέσως στο σπίτι του Καπελέα. Και του είπαν: «Σήκω και φύγε αμέσως. Βρήκαμε τους Γερακάρηδες να συσκέπτονται. Θα σε δολοφονήσουν». Φοβήθηκε και ετοιμάστηκε για την αναχώρηση ο Καπελέας. Κόντευαν όμως μεσάνυχτα. Το σκοτάδι ήταν πυκνό (ηλεκτρικό φως δεν υπήρχε σε ακτίνα δεκάδων χιλιομέτρων). Θα περίμενε το χάραμα. Βγήκε από το σπίτι του και προχώρησε γρήγορα. Λίγο παρακάτω τον περίμενε ο Ξενοφών. Έτοιμοι και οι δύο να πυροβολήσουν. Πρόλαβε ο Ξενοφών. Και του έριξε έξι σφαίρες!
Σε όλη τη Μάνη μιλούσαν για τονφόνο αυτό τις ημέρες και τις εβδομάδες που ακολούθησαν. Η μεγάλη δίκη θα γινόταν στο Ναύπλιο. Όλα ήταν εις βάρος των Γερακάρηδων, κυρίως η μαρτυρία της Χωροφυλακής. Έσπευσαν τότε οι… καλοθελητές, βρήκαν τον αδερφό της Σταυρούλας Ηλία Καπερνάρο, υπαξιωματικό της χωροφυλακής και του είπαν:
— Στους Οιτυλιώτες τους δολοφόνους πήγες να δώσεις την αδερφή σου;
— Ο Σπύρος δεν σκότωσε.
— Θα φάει και αυτός όμως 20 χρόνια.
— Ε, όταν βγει θα την παντρευτεί. Εγώ έχω δώσει τον λόγο μου. Δεν μπορώ να διαλύσω τον αρραβώνα.
Οι συγγενείς των κατηγορουμένων έστειλαν γράμματα σε συγγενείς τους στην Αμερική και ζήτησαν να τους στείλουν χρήματα για καλούς δικηγόρους και μάρτυρες ή ψευδομάρτυρες!
Έγινε μια πραγματικά μεγάλη δίκη στο Ναύπλιο, την πόλη στην οποία είχε δολοφονηθεί από τους Μαυρομιχαλαίους, εκ των ηγετών της Επαναστάσεως του 1821, ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας. Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία, για την οποία έχουν γράψει πολλά σημαντικοί, διακεκριμένοι, συγγραφείς.

Οι πέντε Γερακάρηδες οδηγούνταν καθημερινά από τις φυλακές Ναυπλίου (στις οποίες είχαν μεταφερθεί από το Γύθειο όταν προσδιορίστηκε η ημερομηνία της δίκης) με αυστηρά μέτρα ασφαλείας στο δικαστήριο, «υπό τον φόβον αντιποίνων από τους συγγενείς του θύματος», όπως τόνιζε η Διοίκηση Χωροφυλακής. Ημέρες πολλές διασταύρωναν στην αίθουσα τα ξίφη τους γνωστοί δικηγόροι της εποχής, που εξέταζαν, επιπλέον, εξαντλητικά, μάρτυρες και ψευδομάρτυρες. Η απόφαση για τους κατηγορουμένους χαρακτηρίστηκε από πολλούς επιεικής. Ο Ξενοφών καταδικάστηκε σε κάθειρξη είκοσι ετών και ο Χαραλάμπης σε κάθειρξη οκτώ ετών. Ο Νικόλας, πατέρας δέκα παιδιών, και ο Δρακούλης, πατέρας έξι, απηλλάγησαν «λόγω αμφιβολιών». Για τον ίδιο λόγο απηλλάγη και ο 29χρονος Σπύρος, μολονότι ο εισαγγελέας πρότεινε το αντίθετο, επειδή είχε καταδικασθεί δύο χρόνια ενωρίτερα σε φυλάκιση έξι μηνών για παράνομη οπλοφορία.

Κρίθηκε ότι «δεν μπορεί να είχε συμφωνήσει με τους άλλους, αφού είχε επίσημα αρραβωνιαστεί και ετοιμαζόταν για γάμο». Και ο γάμος δεν άργησε. Ούτε η εγκυμοσύνη. Ο…διάδοχος Νίκος γεννήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1940. Τα πρώτα παιδικά του χρόνια ήταν ευτυχισμένα.Μόνο τα αδέρφια και οι αδερφές του πατέρα και της μάνας του ανέρχονταν σε 20! Οι θείες τον φώναζαν «Νικάκι», οι μπαρμπάδες «Νίκαρε». Και οι άλλοι συγγενείς σε πολλές δεκάδες. Ακολούθησαν όμως, η ιταλογερμανική κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος. Μία πολύ κρύα και βροχερή νύχτα του Δεκεμβρίου του 1945 η μάνα μου πήρε εμένα, που μόλις είχα συμπληρώσει τα πέντε μου χρόνια, και την αδερφή μου, δύο χρόνων, και πήγαμε να κρυφτούμε σε ένα φιλικό σπίτι. Όταν μας είδαν θορυβήθηκαν. «Εδώ θα κινδυνέψετε κι εσείς κι εμείς. Έρχονται συχνά για έρευνα. Δεν μπορούμε όμως να σας διώξουμε. Σταυρούλα, τα παιδιά είναι πολύ μικρά. Έξω από το σπίτι έχουμε μια μεγάλη σκάφη. Χωράτε. Να σας κρύψουμε εκεί; Αν έρθουν δεν θα υποπτευθούν ότι υπάρχουν άνθρωποι κάτω από τη σκάφη», μας είπαν. Έτσι κι έγινε. Κόντευαν μεσάνυχτα όταν έφτασαν. Μπήκαν στο σπίτι, δεν μας βρήκαν και έφυγαν, ενώ η βροχή συνεχιζόταν καταρρακτώδης.
Μας… πέτυχαν, όμως, άλλη φορά. Στο δικό μας σπίτι. Ήταν σίγουροι ότι θα έβρισκαν εκεί τον πατέρα μου. Είχαν πληροφορηθεί ότι είχε φτάσει με το καΐκι της γραμμής από την Καλαμάτα, που «έπιανε» στο Λιμένι. Ήταν τρεις πολύ νέοι άνδρες. Χτύπησαν δυνατά την πόρτα. Η μάνα μου, που με κρατούσε από το χέρι, άνοιξε και τους ρώτησε:
— Τι θέλετε;
— Τον Σπύρο και τον Κώστα (ήταν ο μικρότερος από τους αδερφούς). Πού είναι;
— Στην Καλαμάτα.
— Ήρθαν από την Καλαμάτα με το καΐκι. Τους είδαν. Πες μας πού είναι για να μην αρχίσουμε και ψάχνουμε.
— Ψάξτε όσο θέλετε. Ούτε ξέρω τι μου λέτε.
— Ξέρεις πολύ καλά. Πες μας πού είναι. Μη λες ψέματα.
— Ψέματα εγώ; Δεν ντρέπεσαι, παλιόπαιδο. Είσαι και συγγενής μας.
Προσβλήθηκε ο επικεφαλής των τριών και έριξε μια δυνατή γροθιά στη μάνα μου.

Πέρασαν περίπου 15 χρόνια από τη βραδιά εκείνη. Η Σταυρούλα δεν είχε ξεχάσει ποτέ τη γροθιά του Γιάννη, ο οποίος είχε μετανιώσει. Όταν έγινε τυχαία η πρώτη συνάντησή τους στο χωριό, ο τότε 20χρονος είχε ωριμάσει. Η μάνα μου είχε πάει για ολιγοήμε ρη επίσκεψη στο Οίτυλο. Ο Γιάννης, όταν την είδε στην πλατεία, προχώρησε, στάθηκε μπροστά της και ενώ εκείνη τον αγριοκοίταζε της είπε: «Καλώς ήρθες, Σπύραινα» (τις Μανιάτισσες δεν τις αποκαλούσαν με το δικό τους όνομα από τη στιγμή που παντρεύονταν, αλλά με το όνομα του άντρα τους!). Όχι μόνο δεν τον χαιρέτησε η Σταυρούλα, αλλά του άστραψε, δημοσίως, ένα δυνατό χαστούκι. Αυτός δεν αντέδρασε. Γύρισε μάλιστα και το άλλο μάγουλο και είπε: «Ρίξε μου και δεύτερο χαστούκι, Σπύραινα». Η Σταυρούλα απάντησε: «Όχι, φύγε και μην τολμήσεις να μου ξαναμιλήσεις».

Η αφάνταστα γενναία Σταυρούλα έκλαιγε όμως, όχι μόνο όταν μοιρολογούσε καθημερινά τα πρώτα χρόνια τον Ηλία μας, αλλά και μόλις άκουγε ότι πέ θα ναν μικρά παιδιά ή ότι υπέφεραν άνθρωποι μεγά λης ηλικίας. Πολύ σκληρή γινόταν μόνο όταν την πρόσβαλλαν.

Χαρακτηριστικό είναι το εξής γεγονός: Ήταν 15-16 χρόνων και είχε αναλάβει αρχηγός της πολυμελούς οικογένειας, καθώς ο μεγάλης πλέον ηλικίας πατέρας της είχε τυφλωθεί από σάκχαρο και η μάνα της, αφού γέννησε εννιά παιδιά, πέθανε σε ηλικία 42 ετών. Η Σταυρούλα, παιδί ακόμη, φύλαγε τις νύχτες τα πρόβατα και τα άλλα ζώα σε χωράφια και «αγριώματα», μόνη τις νύχτες σε ερημιές. Και ήταν πάντοτε οπλισμένη. Εύκολα διαπληκτιζόταν. Δύο επίσης «ζόρικες» συγχωριανές, με τις οποίες είχε διαφορές, αρκετά χρόνια μεγαλύτερές της (πεθερά και νύφη) επιχείρησαν να της πάρουν από τα χέρια το ντουφέκι, φοβούμενες ότι μπορεί να τις πυροβολούσε. Το άρπαξαν, η Σταυρούλα δεν το άφηνε, και την απείλησαν, συνοδεύοντας τις απειλές με βρισιές. Έτσι, «αναγκάστηκε», όπως έλεγε αργότερα, να τραβήξει τη σκανδάλη. Τα σκάγια τραυμάτισαν (στο χέρι) τη μία από τις δύο γυναίκες. Η Σταυρούλα εξαφανίστηκε. Χάθηκε στο κοντινότερο βουνό. Οι χωροφύλακες την αναζήτησαν, αλλά δεν την βρήκαν. Ασκήθηκε δίωξη. Η μικρή κοπέλα, φυγόδικη, κρυβόταν στα βουνά επί αρκετούς μήνες. Τελικά εμφανίστηκε και επειδή ήταν ανήλικη έγινε «συμβιβασμός». Καταδικάστηκε, αλλά δεν οδηγήθηκε στις φυλακές. Υπήρξε, 25 χρόνια αργότερα, καταδίκη της, χωρίς αναστολή, από δικαστήριο της Καλαμάτας για ξυλοδαρμό μιας πολύ πιο νέας, ψηλής και εύσωμης γυναίκας. Της Όλγας. Θυμάμαι το όνομά της, καθώς παρακολούθησα την άγρια συμπλοκή. Δόθηκε όμως χάρη σε όλους τους καταδικασμένους για τέτοια «μη ατιμωτικά», αδικήματα, όταν έγινε βασιλιάς ο Παύλος, διαδεχόμενος τον αιφνιδίως θανόντα αδελφό του Γεώργιο.

Στην Καλαμάτα γεννήθηκε ο αδερφός μου Βασίλης. Πρόλαβε και τον είδε ο πατέρας μου, αλλά μετά από λίγες ημέρες έφυγε για την Αθήνα, καθώς οι εκτελέσεις ήταν πλέον πολύ συχνές. Η μάνα μου, μόνη με τρία μικρά παιδιά, εργαζόταν στους ορυζώνες και μας πρόσεχε η γιαγιά μας, μέχρι που έφτασε η ώρα της δεύτερης εσωτερικής μετανάστευσης. Για τον Πειραιά. Μας έβαλαν, «χαριστικά», στο αμπάρι ενός παμπάλαιου πλοίου, μαζί με στρατιώτες νεοσύλλεκτους (από το Κέντρο Εκπαιδεύσεως) που τους έστελναν να πολεμήσουν, καθώς ο εμφύλιος συνεχιζόταν. Ήταν 12 Σεπτεμβρίου 1948. Κάναμε δύο ημέρες και δύο νύχτες να φτάσουμε με το «σαπιοκάραβο», που «έπιανε» σε πολλά λιμάνια, πριν και μετά το Γύθειο. Συναντήσαμε αρκετές φορές δυνατή τρικυμία, πολύ μεγάλη καθώς περνάγαμε τον Κάβο Ματαπά, μεγαλύτερη μέχρι να περάσουμε τον Κάβο Μαλιά. Όταν φτάσαμε στον Πειραιά, έμεινα με το στόμα ανοιχτό βλέποντας το μεγάλο λιμάνι και, κυρίως, τα πανύψηλα, για τα δικά μου «δεδομένα», κτίρια.