Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017 - 09:48:12

  

BANNER 1200X80
A A A
  • Εκδόσεις: Λιβάνης

Με τίτλο «Παγκόσμια Τάξη» ο 91 χρονος Χένρυ Κίσιντζερ (γνωστός στην Ελλάδα ως Κίσινγκερ) κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο του και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Λιβάνη. Είναι ένα έργο εξιστόρησης του πως διαμορφώθηκαν οι σχέσεις των κρατών στην πορεία της ιστορίας, με επικέντρωση στο σύστημα ισχύος της Ευρώπης. Ο καθηγητής στο Χάρβαρντ, σύμβουλος ασφαλείας των αμερικανών προέδρων Νίξον και Φορντ, υπουργός Εξωτερικών μετέπειτα, ο άνθρωπος που στη δεκαετία του 70 εγκαινίασε την πολιτική προσέγγισης ΗΠΑ- Κίνας και ΗΠΑ- Σοβιετικής Ένωσης, που απαγκίστρωσε τη χώρα του από τον βρώμικο πόλεμο του Βιετνάμ κερδίζοντας το Νόμπελ Ειρήνης, αλλά και αυτός ο οποίος κατηγορείται οτι «έδωσε το πράσινο φως» για το πραξικόπημα κατά του μαρξιστή προέδρου της Χιλής Αλλιέντε και «καθοδήγησε» την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, εμφανίζεται και σε αυτό το πόνημά του ως διανοούμενος της Ιστορικής πραγματικότητας .
Σε 576 σελίδες εξιστορεί και αναλύει με παν- πλανητική οπτική τα μοντέλα ισχύος σε επίπεδο αυτοκρατοριών, αναζητώντας τα κύρια χαρακτηριστικά των διακρατικών σχέσεων μέσα σε ένα πλέγμα αντιφατικών στοιχείων που αφορούν: Τις ιδεολογίες, τις προσωπικότητες, τα εθνικά οράματα, τις αξιακές αντιλήψεις και –πάνω απ ΄όλα – την στρατηγική των ηγετών. Ολοκληρώνοντας αυτή την «μαγνητική τομογραφία» των παγκόσμιων τάξεων συνοψίζει τα 4 μοντέλα που – κατά την άποψή του -επιβλήθηκαν δια των όπλων αλλά και δια των πολιτιστικών δυνάμεών . Είναι η ευρωπαϊκή τάξη, η ισλαμική, η κινέζικη και η αμερικανική.

Η ευρωπαϊκή παγκόσμια τάξη βασίστηκε στην ισορροπία διαφορετικών δυνάμεων, η ισλαμική στην αντίληψη της επέκτασης σε εδάφη των «απίστων», η κινέζικη στην απόλυτη υποταγή προς τον αυτοκράτορα και η αμερικανική στο δόγμα ότι συνιστά το δημοκρατικό πρότυπο που πρέπει να εξαχθεί δια της ισχύος .

Ο συγγραφέας, ο οποίος πρόσφατα μίλησε για το χάος που επέφερε η αμερικανική στρατιωτική πολιτική στην Μέση Ανατολή και στην Βόρεια Αφρική με την επιδίωξη επιβολής του δυτικού προτύπου δημοκρατίας σε ισλαμικές κοινωνίες, ξεκινάει το βιβλίο του με τη πολυφωνική ευρωπαϊκή τάξη. Διερευνά τους διακρατικούς πολέμους στην γηραιά ήπειρο, την έλλειψη ενιαίας διακυβέρνησης, τις μοναρχίες με τις κατακτήσεις και τους… γάμους, τον ενοποιητικό ρόλο της Παπικής εκκλησίας, την αμφισβήτηση της Ρώμης από τον προτεσταντισμό, τον Τριακονταετή θρησκευτικό πόλεμο (1618- 1648) και την ειρήνη της Βεστφαλίας που έθεσε τις βάσεις για μια Ευρωπαϊκή Ήπειρο κυρίαρχων κρατών με σεβασμό όλων των θρησκειών.
Πρόκειται για ένα βιβλίο ιστορίας και προβληματισμού για τον πόλεμο και την ειρήνη, αλλά και την ειρήνη του ισχυρότερου. Είναι παράδοση μαθημάτων εξωτερικής πολιτικής από ένα δάσκαλο της ρεαλιστικής πολιτικής που υπερβαίνει τη διεθνή νομιμότητα. Χρήσιμο ανάγνωσμα για συμφωνούντες και διαφωνούντες...

  • ΑΠΕ

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ευρώπη: Η Πλουραλιστική
Διεθνής Τάξη
Η Μοναδικότητα της Ευρωπαϊκής ΤάξηςΗ ιστορία των περισσότερων πολιτισμών συνδέεται με την άνοδο και την πτώση αυτοκρατοριών. Η τάξη διαμορφωνόταν από τους εσωτερικούς μηχανισμούς διακυβέρνησης και όχι από κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ κρατών: Αποδεικνυόταν ισχυρή όταν η κεντρική εξουσία ήταν κραταιή, πιο χαλαρή όταν οι ηγέτες ήταν ασθενέστεροι. Σε γενικές γραμμές, στα αυτοκρατορικά συστήματα οι πόλεμοι εκδηλώνονταν είτε ως συνοριακοί είτε ως εμφύλιοι πόλεμοι. Η ειρήνη ταυτιζόταν με τα όρια της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Στην Κίνα και στο Ισλάμ οι πολιτικές διαμάχες που ξεσπούσαν αφορούσαν τον έλεγχο ενός εδραιωμένου πλαισίου τάξης. Οι δυναστείες άλλαζαν, όμως κάθε νέα ηγετική ομάδα φιλοδοξούσε απλώς να αποκαταστήσει το νόμιμο σύστημα που είχε περιέλθει σε παρακμή. Στην Ευρώπη καμία τέτοια εξέλιξη δε σημειώθηκε. Με το τέλος της ρωμαϊκής κυριαρχίας ο πλουραλισμός αναδείχθηκε ως το καθοριστικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής τάξης. Η ιδέα της Ευρώπης συνέχισε να υφίσταται ως γεωγραφικός προσδιορισμός, ως έκφραση του πνεύματος του χριστιανισμού ή της αυλικής κοινωνίας, ή ως το λίκνο του διαφωτισμού μιας κοινότητας μορφωμένων και προοδευτικών ατόμων. Κι όμως, παρότι αντιμετωπιζόταν ως ένας ενιαίος πολιτισμός, η Ευρώπη ουδέποτε απέκτησε ενιαία διακυβέρνηση, ούτε μια ενοποιημένη, παγιωμένη ταυτότητα. Σε τακτά διαστήματα οι αρχές στο όνομα των οποίων οι διάφορες επιμέρους οντότητες ασκούσαν την εσωτερική τους διακυβέρνηση μεταβάλλονταν, στο πλαίσιο ενός πειραματισμού με νέες αντιλήψεις περί πολιτικής νομιμότητας ή περί διεθνούς τάξης.

Σε άλλες περιοχές του πλανήτη μια περίοδος κατά την οποία εμφανίζονταν περισσότεροι του ενός διεκδικητές της εξουσίας καταγραφόταν από τις μεταγενέστερες γενιές ως «Eποχή των Ταραχών», εμφύλιος πόλεμος ή «Περίοδος των Πολέμαρχων», δηλαδή ως ένα θλιβερό ιντερλούδιο διχόνοιας το οποίο κατάφερνε τελικά να ξεπεραστεί. Η Ευρώπη, αντίθετα, τρεφόταν από τον κατακερματισμό και ασπαζόταν τις διαφορές που προέκυπταν στο εσωτερικό της. Οι διάφορες αντιμαχόμενες δυναστείες και εθνότητες αντιμετωπίζονταν όχι ως μια μορφή «χάους» η οποία έπρεπε να εκλείψει, αλλά, σύμφωνα με την ιδεαλιστική θεώρηση των πολιτικών ηγετών της Ευρώπης –άλλοτε συνειδητά και άλλοτε όχι–, ως ένας πολύπλοκος μηχανισμός που έτεινε προς την επίτευξη μιας ισορροπίας η οποία διασφάλιζε τα συμφέροντα, την ακεραιότητα και την αυτονομία του κάθε λαού. Για περισσότερα από χίλια χρόνια το κυρίαρχο ρεύμα της ευρωπαϊκής πολιτικής αντίληψης ήθελε την τάξη να πηγάζει από την ισορροπία ισχύος, με την ταυτότητα να διασφαλίζεται από την αντίσταση στην καθολική ηγεμονία. Αυτό δε σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι μονάρχες ενδιαφέρονταν λιγότερο για τη δόξα των κατακτήσεων από ό,τι οι ομόλογοί τους σε άλλους πολιτισμούς, ούτε ότι ήταν ταγμένοι σε ένα αφηρημένο ιδεώδες πολυμορφίας. Απλώς δε διέθεταν αρκετή ισχύ ώστε να επιβάλουν αποφασιστικά τη βούλησή τους στους υπόλοιπους. Με την πάροδο των χρόνων ο πλουραλισμός προσέλαβε τα χαρακτηριστικά ενός μοντέλου παγκόσμιας τάξης. Άραγε στις μέρες μας η Ευρώπη έχει ξεπεράσει αυτές τις πλουραλιστικές τάσεις ή μήπως οι εσωτερικοί κλυδωνισμοί που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση απλώς τις επιβεβαιώνουν;
Επί πεντακόσια χρόνια η αυτοκρατορική εξουσία της Ρώμης είχε εξασφαλίσει ενιαία νομοθεσία, κοινή άμυνα και ένα εξαιρετικό πολιτιστικό επίπεδο. Με την πτώση της Ρώμης, η οποία συμβατικά τοποθετείται στο 476, η αυτοκρατορία διαλύθηκε. Κατά την περίοδο που οι ιστορικοί ονόμασαν Μεσαίωνα η νοσταλγία για εκείνη τη χαμένη οικουμενικότητα αναδύθηκε έντονη. Το όραμα της αρμονίας και της ενότητας έβρισκε όλο και περισσότερο έκφραση μέσα από την Εκκλησία.

Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η χριστιανοσύνη ήταν μια ενιαία κοινωνία την τύχη της οποίας διαχειρίζονταν δύο Αρχές που δρούσαν συμπληρωματικά: η πολιτική κυβέρνηση, οι «διάδοχοι του Καίσαρα», που διατηρούσαν την τάξη στην κοσμική σφαίρα, και η Εκκλησία, οι «διάδοχοι του Πέτρου», που ασχολούνταν με τις πανανθρώπινες και απόλυτες αρχές της σωτηρίας. Ο Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος, γράφοντας στη Βόρεια Αφρική την εποχή της κατάρρευσης της ρωμαϊκής κυριαρχίας, κατέληξε θεολογικά στο συμπέρασμα ότι η κοσμική πολιτική εξουσία ήταν νόμιμη στο βαθμό που προωθούσε την επιδίωξη μιας θεοσεβούμενης ζωής και, μέσω αυτής, της σωτηρίας του ανθρώπου. «Υπάρχουν δύο συστήματα», έγραψε ο πάπας Γελάσιος ο Αʹ στο Βυζαντινό αυτοκράτορα Αναστάσιο τον Αʹ το 494 μ.Χ., «μέσω των οποίων κυβερνάται αυτός ο κόσμος: η ιερή εξουσία των ιερέων και η βασιλική εξουσία. Το μεγαλύτερο βάρος όμως φέρουν οι ιερείς, υπό την έννοια ότι θα λογοδοτήσουν στον Κύριο ακόμη και για τους βασιλείς κατά τη Δευτέρα Παρουσία». Υπό την έννοια αυτή, η πραγματική παγκόσμια τάξη δεν αναφερόταν στον επίγειο κόσμο.

Αυτή η σφαιρική θεώρηση της παγκόσμιας τάξης ήρθε από την πρώτη στιγμή αντιμέτωπη με μια ανωμαλία: Στη μεταρωμαϊκή Ευρώπη δεκάδες πολιτικοί ηγέτες ασκούσαν εξουσία, χωρίς να υφίσταται μεταξύ τους καμία σαφής ιεραρχία. Όλοι τους δήλωναν πίστη και αφοσίωση στο Χριστό, όμως η σχέση τους με την Εκκλησία και την εξουσία της ήταν μάλλον ασαφής. Έντονες διαφωνίες συνόδευαν τη συζήτηση σχετικά με τον καθορισμό της εκκλησιαστικής εξουσίας, την ώρα που βασίλεια με ξεχωριστούς στρατούς και ανεξάρτητες πολιτικές διαγκωνίζονταν προκειμένου να εξασφαλίσουν το πλεονέκτημα, με έναν τρόπο που καμία σχέση δεν είχε με την Πολιτεία του Θεού όπως τη συνέλαβε ο Αυγουστίνος.
Το αίτημα για ενότητα ικανοποιήθηκε προσωρινά ανήμερα τα Χριστούγεννα του 800 μ.Χ., όταν ο πάπας Λέων ο Γʹ έστεψε τον Καρλομάγνο, το Φράγκο βασιλιά και κατακτητή μεγάλου τμήματος της σημερινής Γαλλίας και της Γερμανίας, Imperator Romanorum (Αυτοκράτορα των Ρωμαίων), παραχωρώντας του έτσι θεωρητική δικαιοδοσία και στο πάλαι ποτέ ανατολικό μισό της παλιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το οποίο την εποχή εκείνη αποτελούσε έδαφος του Βυζαντίου. Ο αυτοκράτορας δεσμεύτηκε ενώπιον του πάπα «για την πανταχόθεν υπεράσπιση της Αγίας Εκκλησίας του Χριστού από τις παγανιστικές εισβολές και τις καταστροφές των απίστων, καθώς και για την εντός των συνόρων ενίσχυση της καθολικής πίστης με την αναγνώρισή της από εμάς».
Όμως η αυτοκρατορία του Καρλομάγνου δεν πραγμάτωσε τις φιλοδοξίες της. Μάλιστα, άρχισε να καταρρέει σχεδόν από τη στιγμή που εκείνος έλαβε το επίσημο χρίσμα. Αντιμέτωπος με πιεστικά ζητήματα στα πατρογονικά εδάφη του, ο Καρλομάγνος ουδέποτε επιχείρησε να επεκτείνει την κυριαρχία του στα εδάφη της πάλαι ποτέ Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που του είχε παραχωρήσει ο πάπας. Στη δε Δύση ελάχιστη πρόοδο σημείωσε στην ανακατάληψη της Ισπανίας από τους Μαυριτανούς κατακτητές της. Μετά το θάνατο του Καρλομάγνου οι διάδοχοί του επιχείρησαν να επαναβεβαιώσουν τον τίτλο του επικαλούμενοι την παράδοση, ονομάζοντας τα εδάφη που κατείχε Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Όμως, σπαρασσόμενη από εμφύλιους πολέμους, μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα από την ίδρυσή της αποχώρησε από το προσκήνιο της ιστορίας η αυτοκρατορία του Καρλομάγνου ως μια συγκροτημένη πολιτική οντότητα (αν και το όνομά της συνέχισε να χρησιμοποιείται από διαδοχικούς σχηματισμούς με μεταβαλλόμενα σύνορα μέχρι το 1806).

Η Κίνα διέθετε τον αυτοκράτορά της. Το Ισλάμ είχε το χαλίφη του – τον αναγνωρισμένο ηγέτη των εδαφών του. Η Ευρώπη είχε τον άγιο Ρωμαίο αυτοκράτορα. Όμως τα θεμέλια της εξουσίας του αγίου Ρωμαίου αυτοκράτορα ήταν πολύ πιο ισχνά σε σχέση με τους ομολόγους του άλλων πολιτισμών. Δεν είχε στη διάθεσή του καμία αυτοκρατορική γραφειοκρατία. Η εξουσία του εξαρτιόταν από τις περιοχές που έλεγχε στο πλαίσιο της δυναστείας του – δηλαδή, επί της ουσίας, από την εδαφική περιουσία της οικογένειάς του. Το αξίωμά του δεν ήταν επισήμως κληρονομικό, αλλά προέκυπτε μέσα από την εκλογή του από μια ομάδα επτά, και αργότερα εννέα, πριγκίπων, μια διαδικασία η οποία, σε γενικές γραμμές, καθοριζόταν από ένα συνδυασμό πολιτικών χειρισμών, αξιολόγησης της ευσέβειας του υποψηφίου και εκτεταμένων οικονομικών παραχωρήσεων. Θεωρητικά, η εξουσία του αυτοκράτορα απέρρεε από το χρίσμα που λάμβανε από τον πάπα, όμως πολιτικές παράμετροι και υπολογιστικοί λόγοι συχνά απέκλειαν την επικύρωση της ενθρόνισης από τον εκκλησιαστικό ηγέτη, με αποτέλεσμα να κυβερνά επί χρόνια ως «εκλεγμένος μελλοντικός αυτοκράτορας». Θρησκεία και πολιτική ουδέποτε συγχωνεύτηκαν σε ένα ενιαίο οικοδόμημα, εξ ου και το εύστοχο σχόλιο του Βολταίρου πως η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ήταν «ούτε αγία ούτε ρωμαϊκή ούτε αυτοκρατορία». Η αντίληψη της μεσαιωνικής Ευρώπης περί διεθνούς τάξης αντικατόπτριζε τις κατά περίπτωση ισορροπίες μεταξύ του πάπα και του αυτοκράτορα, καθώς και ενός πλήθους φεουδαρχών. Η προοπτική μιας οικουμενικής τάξης βασισμένης στη δυνατότητα ύπαρξης μιας -ενιαίας ηγεμονίας και ενός ενιαίου συνόλου νομιμοποιητικών αρχών στερούνταν ολοένα και περισσότερο πρακτικής εφαρμογής.
Η μεσαιωνική αντίληψη περί παγκόσμιας τάξης διαφάνηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ότι θα έφτανε στο απόγειό της με την άνοδο στην εξουσία του Αψβούργου πρίγκιπα Καρόλου το δέκατο έκτο αιώνα (1500-1558). Ωστόσο η ηγεμονία του επίσης οδηγήθηκε στην αναπόφευκτη παρακμή της. Ο αυστηρός και ευσεβής πρίγκιπας, γεννημένος στη Φλαμανδία, προοριζόταν εξαρχής για ηγεμόνας. Με μοναδική εξαίρεση την πασίγνωστη προτίμησή του στα πικάντικα φαγητά, σε γενικές γραμμές θεωρούνταν άνθρωπος χωρίς αδυναμίες και ανεπηρέαστος από περισπασμούς. Κληρονόμησε το στέμμα των Κάτω Χωρών όντας παιδί ακόμα και εκείνο της Ισπανίας –με το αχανές και διαρκώς διευρυνόμενο δίκτυο των αποικιών της στην Ασία και στην Αμερική– στα δεκαέξι του. Λίγο καιρό μετά, το 1519, επικράτησε στην εκλογή για το αξίωμα του αγίου Ρωμαίου αυτοκράτορα και έγινε επισήμως ο διάδοχος του Καρλομάγνου. Η σύμπτωση όλων αυτών των τίτλων σήμαινε πως το μεσαιωνικό όραμα έμοιαζε έτοιμο να πραγματωθεί. Ένας και μόνο ευσεβής ηγεμόνας κυβερνούσε -πλέον τα εδάφη που σήμερα αντιστοιχούν στην Αυστρία, στη Γερμανία, στη βόρεια Ιταλία, στην Τσεχία, στη Σλοβακία, στην Ουγγαρία, στην ανατολική Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία και στην Ισπανία, καθώς και ένα μεγάλο τμήμα της Αμερικής. (Αυτή η τεράστια συσσώρευση πολιτικής ισχύος επιτεύχθηκε σχεδόν αποκλειστικά μέσω γάμων σκοπιμοτήτων, οπότε προέκυψε και η γνωστή ρήση για τους Αψβούργους: Bella gerant alii; tu, felix Austria, nube! – «Άσε τη διεξαγωγή πολέμων στους άλλους· εσύ, καλότυχη Αυστρία, παντρέψου!».) Ισπανοί εξερευνητές και κονκισταδόρες –ο Μαγγελάνος και ο Κορτές έπλευσαν υπό την αιγίδα του Καρόλου– είχαν ήδη αναλάβει το εγχείρημα της κατάλυσης των -αρχαίων αυτοκρατοριών της Αμερικής και της μεταφοράς των ιερών μυστηρίων, μαζί με την ευρωπαϊκή πολιτική εξουσία, στα εδάφη του Νέου Κόσμου. Οι στρατοί και οι στόλοι του Καρόλου επιδίδονταν στην υπεράσπιση της χριστιανοσύνης απέναντι σε ένα νέο κύμα εισβολών, αυτή τη φορά από τους Οθωμανούς Τούρκους και τους τοποτηρητές τους στη νοτιοανατολική Ευρώπη και στη Βόρεια Αφρική. Ο Κάρολος ηγήθηκε προσωπικά της αντεπίθεσης στην Τυνησία, με στόλο ο οποίος χρηματοδοτήθηκε από το χρυσάφι του Νέου Κόσμου. Έτσι, στο επίκεντρο αυτών των μεθυστικών εξελίξεων, ο Κάρολος χαιρετίστηκε από τους συγχρόνους του ως «ο σπουδαιότερος αυτοκράτορας μετά τη διάσπαση της αυτοκρατορίας το 843», προορισμένος να επαναφέρει τον κόσμο υπό τον έλεγχο «ενός ποιμένα».
Ακολουθώντας την παράδοση του Καρλομάγνου, κατά τη στέψη του ο Κάρολος ορκίστηκε να σταθεί «προστάτης και υπερασπιστής της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας», τα δε πλήθη τον προσκυνούσαν ως «καίσαρα» και «αυτοκράτορα». Ο πάπας Κλήμης επικύρωσε την κοσμική εξουσία του Καρόλου, ώστε εκείνος να φροντίσει για «την επαναφορά της ειρήνης και της τάξης» στο χριστιανικό κόσμο.
Ένας Κινέζος ή Τούρκος επισκέπτης στην Ευρώπη την εποχή εκείνη κάλλιστα θα μπορούσε να κάνει λόγο για ένα φαινομενικά οικείο πολιτικό σύστημα: μια ήπειρο όπου κυριαρχούσε μία και μόνο δυναστεία, η οποία κυβερνούσε ελέω Θεού. Αν ο Κάρολος είχε κατορθώσει να εδραιώσει την εξουσία του και να ρυθμίσει με εύτακτο τρόπο τη διαδοχή στην αχανή επικράτεια των Αψβούργων, η Ευρώπη θα είχε διαμορφωθεί από μια κυρίαρχη κεντρική εξουσία, σαν την Kινεζική Aυτοκρατορία ή το Iσλαμικό Χαλιφάτο.
Κάτι τέτοιο δε συνέβη. Ο Κάρολος δεν το επιχείρησε καν, αρκούμενος στην ισορροπία δυνάμεων προκειμένου να στηρίξει την τάξη. Η ηγεμονία μπορεί να ήταν η κληρονομιά του, αλλά όχι και η επιδίωξή του, όπως απέδειξε όταν, αφού αιχμαλώτισε τον κύριο πολιτικό του αντίπαλο, το Γάλλο βασιλιά Φραγκίσκο τον Αʹ, στη μάχη της Παβίας το 1525, τον απελευθέρωσε, επιτρέποντας έτσι στη Γαλλία να ακολουθήσει ξεχωριστή και αντίπαλη εξωτερική πολιτική στην καρδιά της Ευρώπης. Ο Γάλλος βασιλιάς ανταπέδωσε την ευγενική χειρονομία του Καρόλου παίρνοντας την αξιοσημείωτη πρωτοβουλία –που ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τη μεσαιωνική αντίληψη για τη χριστιανική πολιτική– να προτείνει συμμαχία στον Οθωμανό σουλτάνο Σουλεϊμάν, ο οποίος είχε εισβάλει στην Ανατολική Ευρώπη και απειλούσε την κυριαρχία των Αψβούργων από τα ανατολικά.

Η οικουμενικότητα της Εκκλησίας, την οποία ο Κάρολος προσπάθησε να εδραιώσει, δεν έμελλε να επιτευχθεί. Αποδείχτηκε ανήμπορος να αποτρέψει την εξάπλωση του νέου δόγματος του προτεσταντισμού στα εδάφη που αποτελούσαν το επίκεντρο της εξουσίας του. Τόσο η θρησκευτική όσο και η πολιτική ενότητα εμφάνιζαν ρωγμές. Η πραγμάτωση των φιλοδοξιών που συνόδευαν το αξίωμά του βρισκόταν πέρα από τις δυνατότητες ενός και μόνο ατόμου. Το συγκλονιστικό πορτρέτο που φιλοτέχνησε ο Τιτσιάνο το 1548 και το οποίο φιλοξενείται στην Παλαιά Πινακοθήκη του Μονάχου αποκαλύπτει το μαρτύριο ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να επιτύχει την πνευματική πλήρωση, ούτε και να χειριστεί τους –δευτερεύοντες για τον ίδιο– μοχλούς της ηγεμονικής εξουσίας. Ο Κάρολος αποφάσισε να παραιτηθεί από τις δυναστικές αξιώσεις του και να διαμοιράσει την αχανή αυτοκρατορία του, και το έπραξε με τρόπο που αντικατόπτριζε τον πλουραλισμό ο οποίος είχε οδηγήσει σε αποτυχία την επιδίωξή του για ενότητα. Στο γιο του Φίλιππο παραχώρησε το Βασίλειο της Νάπολης και της Σικελίας και στη συνέχεια το στέμμα της Ισπανίας και την παγκόσμια αυτοκρατορία του. Σε μια συναισθηματικά φορτισμένη τελετή το 1555 στις Βρυξέλλες, έκανε απολογισμό της ηγεμονίας του, τονίζοντας την ευσυνειδησία με την οποία είχε επιτελέσει τα καθήκοντά του, και στη συνέχεια παραχώρησε στον Φίλιππο και τις Κάτω Χώρες.

Την ίδια χρονιά ο Κάρολος υπέγραψε μια ιστορικής σημασίας συνθήκη, την Ειρήνη του Άουγκσμπουργκ, η οποία αναγνώριζε τον προτεσταντισμό στα εδάφη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εγκαταλείποντας τα πνευματικά θεμέλια της αυτοκρατορίας του, ο Κάρολος αναγνώριζε στους πρίγκιπες το δικαίωμα να επιλέγουν το θρησκευτικό προσανατολισμό των εδαφών τους. Λίγο καιρό μετά παραιτήθηκε και από τον τίτλο του αγίου Ρωμαίου αυτοκράτορα, μεταβιβάζοντας τις ευθύνες για την αυτοκρατορία, τις εσωτερικές αναταραχές και τις εξωτερικές προκλήσεις της στον αδερφό του Φερδινάνδο. Ο Κάρολος αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι σε μια αγροτική περιοχή της Ισπανίας, όπου και έζησε απομονωμένος από τον έξω κόσμο. Πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του συντροφιά με τον εξομολογητή του και έναν Ιταλό ωρολογοποιό, που τα έργα του κάλυπταν τους τοίχους και την τέχνη του επιχείρησε να μάθει ο Κάρολος. Όταν πέθανε (το 1558), στη διαθήκη του εξέφραζε τη λύπη του για τον κατακερματισμό που είχε υποστεί το δόγμα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ζητώντας από το γιο του να ενισχύσει τις προσπάθειες της Ιεράς Εξέτασης.