Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017 - 11:23:16

  

BANNER 1200X80
A A A

 

Τη Γλώσσα μού έδωσαν Ελληνική˙

το σπίτι φτωχικό, στις αμμουδιές τού Ομήρου.

(Οδυσσέας Ελύτης, «Άξιον Εστί»)

Η Ιστορία των Ελλήνων είναι πολύ μεγάλη και χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ανάλογη και αυτή τής Γλώσσας μας. Οι πρόγονοί μας, δε μας άφησαν κληρονομιά, μόνο, τα μαρμάρινα μνημεία, αλλά και τα γραπτά μνημεία τού Λόγου, βασισμένα στην Ελληνική. Τα αρχαία κείμενα διαβάζονται και διδάσκονται, σε όλο τον Κόσμο, ακόμα, στις μέρες μας, καθώς πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι κι επιστήμονες διατύπωσαν αρχές και θεωρίες, που έχουν εφαρμογή μέχρι και τώρα. Θέατρο, Ιστορία, Γεωγραφία, Ποίηση, Μαθηματικά, Φυσική, Αστρονομία, Νόμοι, Στρατιωτικά σχέδια, επιτύμβιες στήλες κ.ά. διασώζουν και διαιωνίζουν τον Γραπτό, αυτόν, Λόγο.

Η δύναμη και η ομορφιά τής Ελληνικής, η οποία υπήρξε μητέρα των πιο γνωστών, σήμερα, ξένων Γλωσσών (Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά κ.ά.) της Οικουμένης, την κάνει να παραμένει ζωντανή και επίκαιρη ακόμα. Ξεπροβάλλει από τα βάθη των αιώνων κραταιή, με εκατομμύρια παιδιά που γέννησε στην πορεία της, στη διαδρομή της ως τώρα, αλλά και στην ατέρμονη που προσδοκούμε για το μέλλον.

Η Ελληνική Παιδεία, διασωσμένη με τη Γλώσσα, εξακολουθεί να κρατά τη δάδα τής Σοφίας αναμμένη. Για τον λόγο αυτόν, η Ελληνική χαίρει εκτίμησης, ανά τον Κόσμο, και παραμένει πολύ ψηλά, εκεί όπου τη σήκωσαν οι πρόγονοί μας, με τα έργα που είπαν, τραγούδησαν κι έγραψαν με αυτήν.

Οι κάτοικοι της Ευρώπης, ιδίως κατά την Αναγέννηση (14ος - 17ος αι. μ.Χ.) γνώρισαν, μελέτησαν κι επηρεάστηκαν από τους μεγάλους Έλληνες της αρχαιότητας: Όμηρο Αριστοτέλη, Πλάτωνα, Ηράκλειτο, Δημόκριτο, Σαπφώ Πίνδαρο, Αλκαίο, Πυθαγόρα, Ευκλείδη, Ερατοσθένη, Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Παυσανία, Ξενοφώντα, Ιπποκράτη, Δημοσθένη, Ισοκράτη, Πλούταρχο, Αρχιμήδη, Στράβωνα κ.ά.

Τα έργα όλων αυτών σφράγισαν τον τρόπο σκέψης στην Ευρώπη, αφού για αιώνες διδάσκονταν, αλλά κι εξακολουθούν να διδάσκονται, στα σχολεία της. Βασικές έννοιες, με τις οποίες λειτουργεί ο ανθρώπινος νους, και με επίκεντρο το ίδιο το άτομο, όπως περιέχονταν στις αξίες τού ελληνικού Πνεύματος και Πολιτισμού, μεταλαμπαδεύτηκαν στις ευρωπαϊκές Γλώσσες μέσα από τις ελληνικές λέξεις και πολιτισμικές - επιστημονικές αρχές. Το ίδιο συνέβη και με τη Χριστιανική θρησκεία, αφού η Καινή Διαθήκη (Ευαγγέλια, Επιστολές, Αποκάλυψη Ιωάννη Θεολόγου) η Θεία Λειτουργία και μεγάλο μέρος της Υμνογραφίας (Τροπάριο Κασσιανής κ.ά.) γράφτηκαν στα Ελληνικά.

Στην ίδια αυτή Γλώσσα, στη συνέχεια, γράφτηκαν τα εκκλησιαστικά και φιλοσοφικά κείμενα των Πατέρων τής Εκκλησίας: Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου Ναζιανζηνού και Ιωάννου Χρυσοστόμου. Επίσης, στα Ελληνικά έγινε και η διδασκαλία τού Χριστιανισμού από τους Αποστόλους.

Από την ίδια Γλώσσα, αργότερα, ο Μαρτίνος Λούθηρος μετέφρασε τα Ευαγγέλια στα Γερμανικά, οι Μεθόδιος και Κύριλλος στις διάφορες Γλώσσες των Σλαύων, ενώ ο Κλαύδιος έγραψε τα απομνημονεύματά του, αντί της Λατινικής, αν και Ιταλός, διότι είχε προβλέψει ότι η Γλώσσα αυτή θα ζήσει στους αιώνες. Και είναι η μόνη Γλώσσα στον Κόσμο, η οποία χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα, μέχρι σήμερα, από τον ίδιο λαό, στον αυτόν γεωγραφικό χώρο, με την ίδια βασική δομή, συνοχή και λεξιλόγιο, ώστε να είναι αναγνωρίσιμη, ως ενιαία Γλώσσα, και από τους σημερινούς χρήστες, αφού πολλές λέξεις που υπήρχαν πριν πολλούς αιώνες, απαντώνται ατόφιες και στις μέρες μας, ενώ άλλες έχουν εμφανή τη ρίζα τους στο απώτερο παρελθόν.

«Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα». (Γιώργος Σεφέρης)

Οι Έλληνες, ακόμα στις μέρες μας, ασχέτως μορφώσεως, χρησιμοποιούμε πάρα πολλές λέξεις από τη Γλώσσα των Ομηρικών Επών.

Για του λόγου το αληθές, αναφέρονται, πιο κάτω, παραδείγματα, για να δούμε πως η Ομηρική, όχι μόνο δεν είναι νεκρή, αλλά ολοζώντανη.

--Αυδή λεγόταν η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο: άναυδος.

--Αλέξω, στην εποχή τού Ομήρου, σήμαινε: εμποδίζω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις: αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο, αλεξήλιο Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες) κ.λπ.

--Με το επίρρημα «τήλε» εννοούσαν το μακριά. Τώρα, χρησιμοποιούμε τις λέξεις: τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεπικοινωνία, τηλεβόλο, τηλεπάθεια κ.λπ.

--Λάας ή λας έλεγαν την πέτρα. Εμείς λέμε: λατομείο, λαξεύω. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και η λέξη λαός.

--Πέδον σήμαινε: έδαφος. Σήμερα, λέμε: στρατόπεδο, πεδινός.

--Το κρεβάτι αποκαλούνταν λέχος. Τώρα, αποκαλούμε λεχώνα τη γυναίκα που μόλις γέννησε και μένει στο κρεβάτι.

--Πόρο έλεγαν τη διάβαση, το πέρασμα. Σήμερα, χρησιμοποιούμε τη λέξη πορεία. Επίσης, αποκαλούμε: εύπορο = κάποιον που έχει χρήματα, διότι έχει εύκολες διαβάσεις, μπορεί, δηλαδή, να περάσει απ’ όπου θέλει, ενώ: άπορο = αυτόν που δεν έχει πόρους, τον φτωχό, συνεπώς.

--Φρην, η λογική. Από αυτήν τη λέξη, προέρχονται τα: φρενοκομείο, φρενοβλαβής, εξωφρενικός, άφρων κ.λπ.

--Δόρπος λεγόταν το δείπνο. Σήμερα, η λέξη που έχει παραμείνει είναι: επιδόρπιο.

--Λώπος ήταν το ένδυμα. Τώρα, αυτόν που μας έκλεψε (μας έγδυσε το σπίτι) τον λέμε: λωποδύτη. Όμως, και τα λέπια από την ίδια λέξη προέρχονται (ως ένδυμα των ψαριών) ενώ, Πηνελόπη σημαίνει: υφάντρα, αυτή που χρησιμοποιώντας πηνίο (σαΐτα) κατασκευάζει ύφασμα.

--Ύλη ονόμαζαν έναν τόπο με δένδρα. Εμείς λέμε: υλοτόμος.

--Άρουρα ήταν το χωράφι, κι όλοι ξέρουμε τον αρουραίο, αλλά και το άροτρο.

--Τον θυμό τον αποκαλούσαν: χόλο. Από τη λέξη αυτήν πήρε το όνομα της η χολή, με την έννοια της πίκρας. Λέμε, επίσης: χολωμένος.

--Νόστος σήμαινε: επιστροφή στην πατρίδα. Η λέξη παρέμεινε ως παλινόστηση ή νοσταλγία, ενώ η συγγενική της, επίσης Ομηρική, νόστιμος, έχει διατηρηθεί αυτούσια, καθώς νόστιμη = γλυκιά είναι η μέρα επιστροφής στον τόπο μας, κοντά σε αγαπημένα πρόσωπα.

--Άλγος ήταν ο σωματικός πόνος. Από αυτό προέρχεται το: αναλγητικό.

--Το βάρος το αποκαλούσαν: άχθος. Σήμερα λέμε: αχθοφόρος.

--Ο ρύπος, δηλαδή η ακαθαρσία, εξακολουθεί και λέγεται το ίδιο: ρύπανση.

--Από τη λέξη: αιδώς (ντροπή) προήλθε: ο αναιδής.

--Πέδη, σημαίνει δέσιμο, ενώ, τώρα, λέμε: πέδιλο. Επίσης, χρησιμοποιούμε τη λέξη: χειροπέδες.

--Από το: φάος (φως) προέρχεται η φράση: φαεινές ιδέες.

--Άγχω, σημαίνει: σφίγγω τον λαιμό. Σήμερα, λέμε: αγχόνη. Επίσης, άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο ή από πίεση.

--Βρύχια ήταν τα βαθιά νερά, εξ ου και τo: υποβρύχιο.

--Φερνή έλεγαν την προίκα. Από ’κεί επικράτησε, την καλά προικισμένη, να τη λέμε: πολύφερνη νύφη.

--Το γεύμα, το οποίο ο κάθε παρευρισκόμενος έφερνε μαζί του, δηλαδή, το φαγητό του, λεγόταν: έρανος. Η λέξη παρέμεινε ίδια, με τη διαφορά ότι σήμερα δε συνεισφέρουμε φαγητό, αλλά χρήματα.

 

Υπάρχουν λέξεις, από τα χρόνια τού Ομήρου, που ενώ η πρώτη τους μορφή μεταβλήθηκε - η χειρ έγινε χέρι, το ύδωρ, νερό, η ναυς, πλοίο, στη σύνθεση διατηρήθηκε η αρχική μορφή τής λέξης, π.χ. χειραγώγηση, υδροδότηση, ναύκληρος, ναυτικό, ναυτικός, ναυάγιο, ναυαγός, ναύαρχος, ναυμαχία, ναυτιλία, ναύσταθμος κ.ά.

--Από τη λέξη: χειρ, έχουμε: χειρουργός, χειριστής, χειροτονία, χειραφέτηση, χειρονομία, χειροδικώ κ.ά.

--Από το: ύδωρ, τις λέξεις: ύδρευση υδραγωγείο, υδραυλικός, υδροφόρος, υδρογόνο, υδροκέφαλος, αφυδάτωση, ενυδρείο, κ.λπ.

--Άλλα παραδείγματα: ανήρ - ανδρός - άνδρα κ.ά

 

Βλέποντας τα προαναφερθέντα παραδείγματα, προκύπτει ότι:

Η Ελληνική είναι ενιαία και στην πραγματικότητα αδιαίρετη, όπως φαίνεται κι από την Ομήρου «Οδύσσεια», ραψ. Α΄, στίχοι 1 - 5:

«Ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ πλάγχθη,

ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν· πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,

πολλὰ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων».

Μετάφραση:

«Τον άντρα τον πολύπαθο τραγούδησέ μου, μούσα, που πάρα πολύ πλανήθηκε,

σαν κούρσεψε της Τροίας το ιερό κάστρο, και πολλών ανθρώπων γνώρισε χώρες

κι έμαθε γνώμες, και πολλά στα πέλαγα βρήκε πάθια, για μια ζωή παλεύοντας και γυρισμό συντρόφων».

 

Ορισμένοι Γλωσσολόγοι θεωρούν την Ελληνική τμήμα τής Ινδο - Ευρωπαϊκής ομάδας Γλωσσών, αναφέροντας ότι οι περισσότερες Γλώσσες τής Ευρώπης έχουν κοινή καταγωγή και ανήκουν στη μεγάλη (σε έκταση χρήσης) αυτήν οικογένεια. Νεότερες έρευνες, όμως, διαφοροποιούνται από την προηγούμενη άποψη. Έτσι, ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών, κύριος Ιωάννης Κ. Προμπονάς, σε άρθρο του, με τίτλο: «Η καταγωγή τής Ελληνικής Γλώσσας», (περιοδικό «Άρδην», τεύχος 52 - 53, Ιαν. - Μάρτ. 2005), μεταξύ άλλων, υποστήριξε:

«Η Ελληνική, μια από τις πέντε χιλιάδες, περίπου, Γλώσσες που μιλιούνται σήμερα στον Κόσμο, κατέχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό. Είναι η μόνη ζωντανή Γλώσσα, τής οποίας μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την εξέλιξη επί τριανταεπτά αιώνες. Από την άποψη αυτήν, η Ελληνική νικά την Αιγυπτιακή (η οποία γραπτώς μαρτυρείται για περισσότερο χρονικό διάστημα, αλλά είναι γλωσσικά νεκρή (σ.σ. ιερογλυφικά) και την Κινεζική, που είναι κι αυτή ζωντανή, αλλά τα αρχαιότερά της κείμενα είναι κατά τι νεότερα από τον 16ο π.Χ. αι.

Η διαπίστωση ανήκει στους διαπρεπείς Γλωσσολόγους Humbert, Risch και Duhoux, και είναι ορθή.

Κατά κανόνα, η αρχική κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων τοποθετείται στη Βόρεια Ευρώπη. Κατά τη γνώμη μου (σ.σ. του κυρίου Προμπονά) […] ο χώρος εκατέρωθεν του Αιγαίου με το προνομιούχο κλίμα, όμοιο από το 8.000 π.Χ., και την ιδεώδη γεωμορφολογία, θα ήταν πιο κατάλληλος να θεωρηθεί ως η αρχική κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων (σ.σ.: το ίδιο και Γραφή).

Ως προς την ηλικία τής Γλώσσας μας, θα αποτολμήσω μια υπόθεση, βασιζόμενος κυρίως στη συγκριτική μελέτη τής Μυκηναϊκής Ελληνικής με τη νέα Ελληνική. [...]

Το αρχαιότερο (σ.σ.: άποψη του κυρίου Προμπονά) γραπτό μνημείο της Ελληνικής είναι το “Βότσαλο της Καυκανιάς” (17ος αι. π.Χ.) [...]

Με βάση όλα τα παραπάνω, η γραπτή παράδοση της Ελληνικής αρχίζει, τουλάχιστον, 17 αιώνες π.Χ., ενώ η προφορική, από το 6.000 π.Χ. Το συμπέρασμα αυτό, που βασίζεται σε Γλωσσικά δεδομένα, δεν απέχει πολύ από το συμπέρασμα του διακεκριμένου Άγγλου αρχαιολόγου και προ - Ιστορολόγου Colin Renfrew, ο οποίος, προσφάτως, υποστήριξε ότι η Γλώσσα μας άρχισε να διαμορφώνεται στην ελληνική χερσόνησο γύρω στο 6.500 π.Χ. [...]

 

Η κοινώς κρατούσα επιστημονική γνώμη ότι η Ελληνική διαμορφώθηκε ανάμεσα στο 2.100 με 1.900 π.Χ. χρειάζεται αναθεώρηση (σ.σ. συνεπώς). [...] Κατά τη γνώμη μου (σ.σ. κυρίου Προμπονά), η θεωρία περί “Προελλήνων Ινδοευρωπαίων”, αλλά, ενδεχομένως, και η θεωρία περί “Προελλήνων, μη Ινδοευρωπαίων” χρειάζεται επανεξέταση και αναθεώρηση. Μήπως η καλούμενη “Προελληνική” δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια πρωιμότατη φάση τής Ελληνικής; Την αφορμή για μια τέτοια σκέψη δίνει, σε μένα (κύριο Προμπονά), τουλάχιστον, η εξελικτική πορεία τής Γλώσσας μας, με βάση τη μακραίωνη γραπτή της παράδοση.

Όσο κι αν, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται παράδοξο, η νέα Ελληνική διδάσκει πόσο πρέπει ν’ αποφεύγουμε να χαρακτηρίζουμε ως “προελληνικές” λέξεις τής αρχαίας Ελληνικής, των οποίων αγνοείται η ετυμολογία.

Διότι, ενδέχεται οι λέξεις αυτές να είναι πανάρχαιες ελληνικές, τις οποίες αδυνατούμε να ετυμολογήσουμε, επειδή βυθίζονται σε μέγα βάθος χρόνου κι έχουν πλήρως συσκοτισθεί, καθώς η σημασία, των μορφολογικών στοιχείων από τα οποία απαρτίστηκαν, έχει λησμονηθεί. [...] (σ.σ. Ή χαθεί).

Προσθέτω ότι συμμερίζομαι τη διαπίστωση του Χρ. Δάλκου (2001) ότι η λεγόμενη “προ - ελληνική” είναι στην ουσία “πρωτοελληνική”. [...]».

Το «Βότσαλο της Καυκανιάς» είναι μία, σχεδόν, κυκλική κροκάλη, με διαστάσεις: 4,9 εκατοστά, επί 4,08 εκ., πάχους 1,62 εκ. και το βάρος της 48 γραμμάρια. Βρέθηκε από την αρχαιολόγο Πολυξένη Αραπογιάννη, στα 1994, στη θέση Αγριελίτσες τής Κοινότητας Καυκανιάς, 7 χλμ. Βόρεια τής Ολυμπίας, και δημοσιεύτηκε την επόμενη χρονιά στα Πρακτικά τής Ακαδημίας Αθηνών, τεύχος 70, σελίδες: 251 - 254, αλλά κι αλλού (βλέπε: Αραπογιάννη 1995).

Πάνω στο «Βότσαλο της Καυκανιάς», υπάρχει, μεταξύ άλλων, το ανθρωπωνύμιο Χάροϊ, γραμμένο σε Γραμμική Β. Το όνομα απαντάται και στην Ιλιάδα τού Ομήρου κι ετυμολογικά σημαίνει: αυτός που έχει χαρούμενη όψη.

 

Όμως, ακόμα πιο παλιές ελληνικές επιγραφές τής αρχαιότητας έχουν βρεθεί στο Δισπηλιό και στη Γιούρα Αλλοννήσου.

«Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι εδώ έχουμε μια προσπάθεια επικοινωνίας του νεολιθικού ανθρώπου, που ελπίζουμε κάποτε να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε», λέει ο καθηγητής Γεώργιος Χουρμουζιάδης, χωρίς να κρύβει τις επιφυλάξεις του, καθώς: «Για να αποκρυπτογραφήσουμε ένα κείμενο, πρέπει δίπλα στα “σήματα” ή στα ιδεογράμματα να υπάρχει και κάτι το οποίο να του είναι ήδη γνωστό, όπως συνέβη αλλού, όπου επάνω στην πέτρα ήταν χαραγμένα, σε αντιστοιχία, τρία κείμενα: το ιερογλυφικό, το ελληνιστικό και το δημοτικό. Μα, στην έφυδρη πινακίδα (σ.σ.: όπως και σε άλλες που έχουν βρεθεί) του Δισπηλιού, που παρέμεινε στον βυθό τής λίμνης 7.500 χρόνια, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα», έχει πει ο καθηγητής.

Η συστηματική ανασκαφική έρευνα (1992 - 95) τεκμηριώνει αδιάκοπη ανθρώπινη δραστηριότητα από τη Μεσολιθική εποχή (10.000 - 6.800 π.X.) στην Προκεραμική Νεολιθική (6.800 – 6.500 π.X.) μέχρι τη Νεότερη Νεολιθική περίοδο ΙΙ και στις αρχές τής Τελικής Νεολιθικής (4600/4500 - 3300/3200 π.Χ.).

Η χρήση τού σπηλαίου συνεχίστηκε και κατά τους ιστορικούς χρόνους (Κλασική -Ρωμαϊκή περίοδος).

Στις ανασκαφές στη Σπηλιά τού Κύκλωπα, βρέθηκε, από τον έφορο αρχαιοτήτων κύριο Αδαμάντιο Σάμψων, ένα, ακόμα, εύρημα που «θόλωσε» την άποψη της διεθνούς επιστημονικής κοινότητος για τη δημιουργία τής Γραφής. Πρόκειται για το θραύσμα ενός αγγείου, πάνω στο οποίο είναι χαραγμένα σύμβολα. Το εύρημα χρονολογείται γύρω στο 5.000 - 4.500 π.Χ. (χρονολόγηση με την μέθοδο της στρωματογραφίας). Τα «σήματα» αυτής τής Γραφής μοιάζουν με τα γράμματα του ελληνικού Αλφαβήτου, που υποτίθεται ότι «εμφανίστηκαν» γύρω στο 800 π.Χ. Διακρίνονται τα γράμματα Α Υ Δ (αρχικά, ίσως, της αρχαιότατης λέξης: ΑΥΔΗ = φωνή, κατά την άποψη ορισμένων ερευνητών).

  • Τα στοιχεία αντλήθηκαν από το βιβλίο μου: «Τη Γλώσσα μού έδωσαν Ελληνική»

 

  • Ο Νίκος Μπατσικανής είναι συγγραφέας - Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.